19 Μαρ 2010

ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ


ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ είναι μία συστηματική νόσος του σκελετού, που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα και φθορά της μικροαρχιτεκτονικής δομής του οστίτη ιστού, με επακόλουθο αύξηση της ευθραυστότητας των οστών και την επιρρέπεια τούτων σε κατάγματα»
Οστική μάζα είναι το ποσό του οστού ανά μονάδα όγκου
Οστική πυκνότητα είναι η ανώτερη οστική μάζα που μπορεί να κερδίσει ένα άτομο μέχρι την ηλικία των 30 – 35 ετών.
Οστεοπόρωση έχουν άτομα με οστική πυκνότητα κατά 2,5 SD μικρότερη από τις τιμές που παρουσιάζουν τα ίδια άτομα σε νεαρή ηλικία.
Οστεοπενία είναι η περίπτωση εκείνη κατά την οποία οι ασθενείς παρουσιάζουν οστική πυκνότητα μεταξύ 1 – 2,5 SD















Πώς δημιουργείται η οστεοπόρωση
Μετά την εμμηνόπαυση οι γυναίκες παρουσιάζουν αυξημένο ρυθμό απώλειας της οστικής μάζας και αυξημένο κίνδυνο για οστεοπόρωση.
Η πάθηση αυτή, αποτελεί πλέον ένα σημαντικό πρόβλημα υγείας, ειδικά στον Δυτικό κόσμο, όπου οι προσδοκίες για καλύτερη ποιότητα ζωής έχουν αυξηθεί και έχει εκδηλωθεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις νόσους που σχετίζονται με τους ηλικιωμένους.Είδη οστικών κυττάρων
Οστεοκλάστες : διεγείρονται με στόχο την απορρόφηση του οστού  σε συγκεκριμένη θέση
Οστεοβλάστες : Διεγείρονται για αντικατάσταση του οστού στις θέσεις αυτές 
Οστεοκύτταρα :  τα τελικά οστικά κύτταρα που αποτελούν τον οστίτη ιστό.

Διέγερση οστεοκλαστών
Οφείλεται
Στις πιέσεις που εξασκούνται στον σκελετό
Στη διατήρηση της ομοιοστασίας του ασβεστίου στον οργανισμό




ΟΣΤΙΚΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ
     Οι οστεοκλάστες διεγείρονται με στόχο στην απορρόφηση οστού σε συγκεκριμένες θέσεις και οι οστεοβλάστες διεγείρονται για να αντικαταστήσουν το οστό στις θέσεις αυτές.
     Το ασβέστιο απελευθερώνεται από τον οστίτη ιστό κατά την απορρόφηση του και χρησιμοποιείται στο σχηματισμό του οστού.
Η εναλλαγή τείνει να διατηρεί τα επίπεδα του ασβεστίου σε ανάλογο επίπεδο σύμφωνα με τις μεταβολικές ανάγκες.     Η εναλλαγή συμβαίνει σε ευδιάκριτες θέσεις στην επιφάνεια του οστού. Οι θέσεις αυτές παραμένουν  ενεργές για 4-8 μήνες. Με την διαδικασία δε αυτή, υπολογίζεται ότι αντικαθίσταται το 10 – 30% του σκελετού ενός ενήλικα ετησίως.


Οστεοκλάστες προσκολλώνται στην οστική επιφάνεια








Οστεοκλάστες απορροφούν οστό






Οστεοβλάστες εισέρχονται στη σχηματισθείσα κοιλότητα
και κτίζουν νέο οστό




Το ποσοστό του οστού που σχηματίζεται είναι ίσο μαυτό που απορροφήθηκε, ώστε να διατηρείται σταθερή η οστική μάζα και  αντοχή

Τύποι οστικών ιστών
Φλοιώδες ή συμπαγές οστό
Δοκιδωτό ή σπογγώδες όστό
Είναι προφανές ότι ο σπογγώδης ιστός είναι πιο αραιός από το συμπαγή, άρα η δομή του καταστρέφεται ευκολότερα. Για τον λόγο αυτό, η οστεοπόρωση προσβάλλει περισσότερο οστά που είναι πλούσια σε σπογγώδη ιστό, όπως είναι η σπονδυλική στήλη, τα ισχία και οι καρποί.
Ρόλος του ασβεστίου στα οστά
Το ασβέστιο αποτελεί σημαντικό μέρος της δομής των οστών
Βασική αποθήκη του ασβεστίου είναι ο σκελετός – 98% του συνολικού αποθέματος στο σώμα
Καθημερινά περίπου 500mg ασβεστίου εισέρχονται και απομακρύνονται από τα οστά.
Μεταβολισμός του ασβεστίου
1.            Κύρια πηγή του ασβεστίου είναι η τροφή, που περιέχει ασβέστιο και άλλα θρεπτικά συστατικά τα οποία απορροφούνται από το γαστρεντερικό σύστημα. Η πρόσληψη ασβεστίου, εξαρτάται από το είδος και την ποσότητα της τροφής που καταναλώνεται. 
2.            Λιγότερο από το μισό από ασβέστιο που πέπτεται, απορροφάται στο έντερο και μπαίνει στην κυκλοφορία. Το υπόλοιπο αποβάλλεται με τα υπόλοιπα «άχρηστα» προϊόντα του εντερικού σωλήνα.
3.            Το υπόλοιπο ασβέστιο που κυκλοφορεί φθάνει στους νεφρούς, όπου διηθείται. Ο κύριος όγκος ασβεστίου που διηθείται στους νεφρούς μπαίνει ξανά στην κυκλοφορία.
4.            Μόνο μικρές ποσότητες ασβεστίου αποβάλλονται με τα ούρα.
5.            Τα νεφρά πάντως ασκούν σημαντικό έλεγχο στο ασβέστιο του αίματος, μιας και απορροφούν λιγότερο ή περισσότερο ασβέστιο, αναλόγως των αναγκών του οργανισμού. Το ασβέστιο μέσω του αίματος απορροφάται από τα κύτταρα που το χρειάζονται – μυϊκά , νευρικά και κυρίως οστικά.

Κύκλος οστικής απώλειας






Αποτέλεσμα οστικής απώλειας
Μία γυναίκα μπορεί να χάσει με τον τρόπο αυτό περίπου το 50% του σπογγώδους οστού, από την περιοχή της σπονδυλικής στήλης, της λεκάνης και του άκρου μηριαίου οστού και το 30% του φλοιώδους οστού από τον περιφερικό κυρίως σκελετό κατά την διάρκεια των 15 έως 20 χρόνων της εμμηνόπαυσης, με ένα ρυθμό της τάξης του 5% περίπου τον χρόνο.
Ρόλος των ορμονών στα οστά
Δράση της παραθυροειδούς ορμόνης στα οστά

Η παραθυρεοειδής ορμόνη (PTH) δρα άμεσα στα οστά και τους νεφρούς και έμμεσα στο έντερο, μέσω της βιταμίνης D. Προκαλεί αύξηση των επιπέδων του ασβεστίου του αίματος και μείωση του φωσφώρου.





Δράση της βιταμίνης D στα οστά

 Η βιταμίνη D, η οποία προέρχεται από την τροφή αλλά και συντίθεται στον οργανισμό, θεωρείται ορμόνη και βιταμίνη ταυτόχρονα. Η ενεργός μορφή της βιταμίνης D, η οποία για να σχηματιστεί χρειάζεται απαραίτητα την παρουσία της PTHελέγχει τον μηχανισμό απορρόφησης του ασβεστίου από το έντερο.
Έτσι η PTΗ, εμμέσως ρυθμίζει την εντερική απορρόφηση του ασβεστίου με την ενεργοποίηση της βιταμίνης D από τους νεφρούς

Δράση της καλσιτονίνης στα οστά
 Η καλσιτονίνη τέλος είναι ορμόνη που παράγεται στον θυρεοειδή αδένα, και δρα με πολλούς τρόπους, ως φυσιολογικός ανταγωνιστής της PTH. To βασικό σημείο δράσης της είναι το οστό. Η καλσιτονίνη μειώνει τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα με 3 τρόπους :
με άμεση μείωση της οστικής αποδόμησης και μετατόπιση της ισορροπίας προς το μέρος του οστικού σχηματισμού
 με αύξησης της οστεοβλαστικής δραστηριότητας
 με μείωση του σχηματισμού νέων οστεοκλαστών.
Η καλσιτονίνη φαίνεται να δρα ευεργετικά στην αύξηση της οστικής μάζας, πιθανόν εξαιτίας των θετικών επιδράσεων της στον οστικό σχηματισμό.
 Σύστημα αρνητικής ανάδρομης δράσης





ΚΑΛΣΙΤΟΝΙΝΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΟΡΜΟΝΗ
Με την δράση των ορμονών αυτών, επιτυγχάνεται σταθερή ρύθμιση του ασβεστίου στο αίμα.
Για να διατηρηθεί η ομοιοστασία του ασβεστίου και του φωσφώρου οι ορμόνες αυτές δρουν στα οστικά κύτταρα.
Η PTH διεγείρει την οστική απορρόφηση από τους οστεοκλάστες και η καλσιτονίνη προάγει τον οστικό σχηματισμό από τους οστεοβλάστες.



Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη ιατρική είναι η οστεοπόρωση. Αποτελεί νόσο που χαρακτηρίζεται από προοδευτική απώλεια της οστικής μάζας του σκελετού, η οποία έχει σαν συνέπεια την ελάττωση της μηχανικής αντοχής των οστών, με αποτέλεσμα αυτά να γίνονται λιγότερο ανθεκτικά, και συνεπώς πιο εύθραυστα.
Έτσι, άτομα που πάσχουν από οστεοπόρωση κινδυνεύουν σε μεγάλο βαθμό να πάθουν κάποιο κάταγμα, το οποίο πολλές φορές, ανάλογα με το βαθμό της νόσου, προκαλείται χωρίς να ασκηθεί αξιόλογη δύναμη.
Είναι φανερό πως η ελάττωση της οστικής μάζας δεν προκαλεί μόνο την αύξηση πιθανότητας καταγμάτων, αλλά και μια σωρεία άλλων προβλημάτων, όπως π.χ. πόνο, παραμόρφωση σκελετού, απώλεια κινητικότητας κλπ. Κατανοούμε λοιπόν, πως η οστεοπόρωση είναι ένα ιατρικό πρόβλημα το οποίο έχει σημαντικό αντίκτυπο στη σύγχρονη κοινωνία. Έτσι πρέπει να αντιμετωπισθεί όχι μόνο σαν ιατρικό πρόβλημα, αλλά και σαν κοινωνικοοικονομικό.
Το πρόβλημα συνίσταται στην περίθαλψη των οστεοπορωτικών ασθενών με κατάγματα και αφορά τόσο το κράτος, όσο και την οικογένεια. Στις Η.Π.Α. μόνο, υπολογίζεται ότι δαπανώνται 20 δις. δολάρια για τα κατάγματα αυτής της μορφής, ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε 1.500.000 περίπου τον χρόνο.
Εξετάσεις
Είναι λογική λοιπόν η ανησυχία της επιστήμης για σωστή και έγκαιρη διάγνωση της οστεοπόρωσης. Τα τελευταία χρόνια έγιναν μεγάλες πρόοδοι στην ανάπτυξη, καθώς και τη βελτίωση παλιότερων μεθόδων για την εκτίμηση της οστικής μάζας. Μερικές μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται ακόμα για την εκτίμηση της οστικής μάζας είναι:



  1. βιοχημικές εξετάσεις, οι οποίες όμως δεν μπορούν να αποδείξουν μόνες την ύπαρξη της νόσου,
  2. η αξονική τομογραφία, που δίνει αρκετά ακριβείς μετρήσεις οστικής μάζας με το μειονέκτημα της μεγάλης δόσης ακτινοβολίας του ασθενούς και το μεγάλο οικονομικό κόστος της εξέτασης,
  3. η περιφερειακή αξονική τομογραφία (P.Q.C.T ), η οποία παρόλο που είναι η μόνη μέθοδος που μπορεί να μετρήσει την οστική πυκνότητα σε τρισδιάστατα χώρο εξετάζει μόνο την περιοχή του αντιβραχίου,
  4. η υπερηχοτομογραφία, η οποία χρησιμοποιείται στον περιφερικό σκελετό, έχει φτωχή επαναληψιμότητα
Εικόνα: οστούν κανονικό και με οστεοπόρωση 



    Λύσεις στα προβλήματα των παραπάνω διαγνωστικών εξετάσεων έδωσαν στο παρελθόν οι μετρήσεις οστικής πυκνότητας που γίνονταν με τη μέθοδο της απορρόφησης φωτονίων διπλής ενέργειας CDPA. Το μεγάλο οικονομικό κόστος και η υψηλή δόση ακτινοβολίας τόσο για τον ασθενή όσο και για το προσωπικό του εργαστηρίου ώθησαν τους ερευνητές στην αντικατάσταση της ραδιενεργούς πηγής με λυχνία παραγωγής ακτινών Χ.

    Έτσι λοιπόν, διάφοροι ερευνητές χρησιμοποίησαν διάφορες τεχνικές για να μετατρέψουν μια δέσμη ακτινών Χ σε δέσμη 2 ενεργειών. Η μέθοδος αυτή ονομάζεται DEXA. Η μέθοδος DEXA σήμερα είναι μια από τις πιο διαδεδομένες εξετάσεις για τη μελέτη της οστικής πυκνότητας. Ο λόγος είναι ότι τα πλεονεκτήματα που προσφέρει λύνουν σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα των άλλων μεθόδων και τεχνικών.
    Με την εξέταση αυτή, ο ασθενής εκτίθεται σε μικρή δόση ακτινοβολίας, εξετάζεται παραπάνω από μία ανατομική περιοχή, έχει σχετικά χαμηλό κόστος εξέτασης, μεγάλη ταχύτητα εκτέλεσης της εξέτασης (3 – 5 min.) και δίνει σχετικά ακριβείς μετρήσεις.
    Αξιόπιστη διάγνωση
    Μια εξέταση για να θεωρηθεί αξιόπιστη, θα πρέπει να τη διακρίνουν κάποια χαρακτηριστικά. Τα σημαντικότερα από αυτά είναι η επαναληψιμότητα της εξέτασης και η ακρίβειά της. Η επαναληψιμότητα δηλώνει το κατά πόσο το μηχάνημα δίνει την ίδια τιμή μέτρησης όταν επαναλαμβάνει την ίδια εξέταση, στις ίδιες συνθήκες. Η ακρίβεια είναι ο βαθμός στον οποίο μια τιμή μέτρησης προσεγγίζει την πραγματικότητα.
    Για να είναι όμως αξιόπιστη η διάγνωση θα πρέπει να εξετάζονται 2 ανατομικές περιοχές εφόσον βέβαια αυτό είναι εφικτό. Αυτό γιατί η διαγνωστική σημασία περιπλέκεται από το γεγονός, ότι διαφορετικές ανατομικές περιοχές παρουσιάζουν διαφορετικές αναλογίες μεταξύ συμπαγούς και σπογκώδους οστίτη ιστού, όπου διαφέρουν και στο βαθμό απώλειάς τους. Όταν τίθεται θέμα επιλογής, ο κλινικός ιατρός, λαμβάνοντας υπόψιν το ιστορικό του ασθενούς, καθώς και τα φυσικά χαρακτηριστικά του, επιλέγει την ανατομική περιοχή που θα εξετασθεί.
    Όταν για παράδειγμα, ο ασθενής παρουσιάζει έντονες εκφυλιστικές αλλοιώσεις στην οσφυϊκή μοίρα, σκολίωση, κάταγμα κάποιου οσφυϊκού σπονδύλου ή έντονη αποτιτάνωση της κοιλιακής αορτής, επιλέγεται η περιοχή του ισχίου. Είναι απαραίτητο λοιπόν, πριν από την πρώτη μέτρηση της οστικής πυκνότητος που κάνει ο ασθενής, να προηγείται μια απλή ακτινογραφία στην περιοχή που πρόκειται να εξετασθεί, για να δούμε κατά πόσο το ανατομικό θέμα που θέλουμε ενδείκνυται για την εξέταση.






    Προβλήματα διάγνωσης
    Ένα πρόβλημα που προκύπτει κάποιες φορές, είναι όταν ο κλινικός ιατρός ζητά να εξετασθεί μια ανατομική περιοχή που κατά την πορεία της εξέτασης παρουσιάζει χαρακτηριστικά αντένδειξης για τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας. Τι γίνεται σ’ αυτήν την περίπτωση; Το πιο σωστό είναι να προσπαθήσει ο ακτινολόγος να έρθει σε επικοινωνία με τον κλινικό ιατρό και να του τονίσει τα προβλήματα της εξέτασης.
    Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε συμπληρώνει την εξέταση του κλινικού ιατρού με μια δεύτερη, σε κάποια άλλη ανατομική περιοχή. Έτσι, η διαφορά στις τιμές, που έχουν οι δύο εξετάσεις, θα δώσει σημαντικές πληροφορίες στον κλινικό ιατρό.
    Είναι σαφές πως η λάθος διάγνωση έχει δυσάρεστα αποτελέσματα για τον ασθενή. Τα λάθη αυτά αφορούν τόσο την τοποθέτηση του ασθενούς, όσο και τη λήψη του ιστορικού, την επεξεργασία της εικόνας και την επαναληψιμότητα της εξέτασης. Άλλο ένα λάθος, που μπορεί να οδηγήσει σε ψευδή αποτελέσματα, είναι η λανθασμένη σημείωση της ηλικίας του ασθενούς κατά τη λήψη του ιστορικού, αυτό γιατί οι τιμές αναφοράς για το κάθε μηχάνημα DEXA είναι συνάρτηση και της ηλικίας. Το ίδιο θα συμβεί αν δε προσδιορίσουμε σωστά και το φύλο του ασθενούς.
    Γι’ αυτό, θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα η τοποθέτηση του ασθενούς, ώστε να υπάρχει πάντα σωστή απεικόνιση του εξεταζόμενου θέματος. Έτσι κατά τον επανέλεγχο των ασθενών οι συγκρίσεις των μετρήσεων θα είναι αξιόπιστες. Καλό είναι πάντως να υπάρχει πάντα επικοινωνία ανάμεσα στον ακτινολόγο και τον κλινικό ιατρό για να δίδονται οι κατάλληλες εξηγήσεις και τα απαραίτητα στοιχεία.







    Η οστεοπόρωση στην Ελλάδα








    • H συχνότητα της οστεοπόρωσης στην Eλλάδα, όπως δείχθηκε σε μακρόχρονη μελέτη διάρκειας 30 ετών, των καταγμάτων της περιοχής του ισχίου, έχει τριπλασιαστεί (από 5.600 κατάγματα το έτος 1977 έφτασε πλέον τα 17.500 κατάγματα το έτος 2007), ενώ υπολογίζεται ότι 800.000 Eλληνίδες έχουν υποστεί στο παρελθόν ένα τουλάχιστον κάταγμα χαμηλής βίας που αποδίδεται στην οστεοπόρωση.
    • Tο ετήσιο οικονομικό κόστος είναι υπερβολικό (εφόσον εκτός από την σημαντική επιβάρυνση του Eθνικού Συστήματος Yγείας για την αντιμετώπιση των καταγμάτων, πρέπει να συνυπολογιστεί και η οικονομική επιβάρυνση της οικογένειας από την μακρόχρονη –μεγάλη ή μικρή– αναπηρία που προκαλεί το οστεοπορωτικό κάταγμα και η μόνιμη παραμόρφωση του σκελετού.
    • H συνεχής ιατρική έρευνα σε παγκόσμιο επίπεδο έχει παρουσιάσει κατά τα τελευταία χρόνια σημαντικά επιτεύγματα. Oι εξελίξεις αυτές, εκτός από το μεγάλο επιστημονικό τους ενδιαφέρον, συμβάλλουν στην εγκαιρότερη διάγνωση της πάθησης αλλά και στην αποτελεσματικότερη πρόληψη και θεραπεία. Tα τελευταία χρόνια είχαμε την τύχη να ανακαλυφθούν και να κυκλοφορήσουν νέα αποτελεσματικά φάρμακα, τα οποία εκτός από τη δυνατότητα αναστολής της οστικής απώλειας, έχουν τη δυνατότητα σημαντικής αύξησης της οστικής μάζας και αποκατάστασης της διαταραγμένης οστικής δομής.
    • Tα φάρμακα αυτά δρουν με διφαορετικούς το καθένα μηχανισμούς, άλλοτε περιορίζοντας την αυξημένη δράση των οστεοκλαστών, δηλαδή των οστικών κυττάρων που αποδομούν τον σκελετό (οστεο-αντικαταβολικά φάρμακα), είτε αυξάνοντας τη δράση των οστεοβλαστών, δηλαδή των κυττάρων που συνθέτουν νέο κόκαλο (οστεο-αναβολικά φάρμακα).

    Oι σημαντικότερες εξελίξεις που επιλέχθηκαν με κριτήριο ότι ενδιαφέρουν ιδιαίτερα το ευρύτερο κοινό, είναι οι ακόλουθες:






    • H συχνότητα των καταγμάτων του ισχίου εξακολουθεί να αυξάνει στην Eλλάδα, ιδιαίτερα σε άτομα μεγαλύτερα των 80 ετών. Aπό το έτος 1977 και κάθε 5η χρονιά υπολογίζεται ο αριθμός των καταγμάτων του άνω άκρου του μηριαίου οστού στην Eλλάδα. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, το έτος 2007 ο αριθμός των καταγμάτων του ισχίου αυξήθηκε σε σχέση με το έτος 2002. Yπολογίζεται ότι 17.000 νέα κατάγματα του ισχίου συνέβησαν στην Eλλάδα σε άνδρες και γυναίκες μεγαλύτερους των 50 ετών, δηλαδή σαφώς περισσότερα από τα 15.000 που μετρήθηκαν το έτος 2002. H αύξηση αυτή αποδίδεται στη γρήγορη γήρανση του ελληνικού πληθυσμού και ειδικότερα στην αύξηση των ηλικιωμένων ηλικίας μεγαλύτερης των 80 ετών. Oι ηλικιωμένοι αυτοί παρουσιάζουν και τη μεγαλύτερη πιθανότητα να πάθουν κάταγμα του μηριαίου οστού.
    • Tο ποσοστό έλλειψης της βιταμίνης D στην Eλλάδα σε άτομα μεγαλύτερα των 65 ετών υπερβαίνει το 70% στις αστικές περιοχές. H χρόνια έλλειψη βιταμίνης D σε ηλικιωμένα άτομα, εκτός του ότι προκαλεί οστική νόσο, δρα αρνητικά στη λειτουργία του μυϊκού ιστού. Tα άτομα με πολύ χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D παραπονιούνται για μυοσκελετικά άλγη αλλά και για εύκολη κόπωση και αδυναμία σε ορισμένες λειτουργίες που απαιτούν καλό μυϊκό σύστημα, όπως είναι το γρήγορο περπάτημα, το ανέβασμα σκάλας κ.λπ. Eπειδή η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου είναι σχεδόν αδύνατη από την τροφή και πολύ περιορισμένη από την ηλιακή ακτινοβολία, πρέπει να θεωρείται απαραίτητο να χορηγείται σε άτομα μεγαλύτερα των 70 ετών (ανεξαρτήτως φύλου) με τη μορφή φαρμακευτικών συμπληρωμάτων.
    • O πόνος στους οστεοπορωτικούς αρρώστους είναι πολύ συνηθισμένο εύρημα. O οστεοπορωτικής αιτίας πόνος είναι κατά κανόνα στη σπονδυλική στήλη, κυρίως στην θωρακική και οσφυϊκή μοίρα. Πολύ σπάνια πόνοι στον αυχένα, στους ώμους, στα ισχία και στα γόνατα οφείλονται στην οστεοπόρωση. Σε ασθενείς με γενικευμένους πόνους σε όλο το σώμα, πρέπει να διερευνάται και πιθανότητα άλλων αιτίων μυοσκελετικού πόνου. Tα συχνότερα αίτια είναι η οστεοαρθρίτιδα (σπονδυλοαρθρίτιδα ή αρθρίτιδα των μεγάλων αρθρώσεων – ισχίων, γονάτων κ.λπ.) και το σύνδρομο της ινομυαλγίας. Tο τελευταίο παρουσιάζεται κυρίως σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με κατάθλιψη ή μεγάλο στρες. H θεραπεία του συνδρόμου της ινομυαλγίας γίνεται με καλή φυσική ζωή, φυσιοθεραπεία και χορήγηση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων.





    Oι τρεις βασικοί παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη της οστεοπόρωσης σε γυναίκες μεγαλύτερες των 60 ετών, είναι κατά σειρά: 
    A) Tο ιστορικό καταγμάτων των άκρων, καθώς και η αναφορά καταγμάτων στους γονείς του εξεταζόμενου. 
    B) Tο πολύ χαμηλό σωματικό βάρος. και 
    Γ) H μακρόχρονη λήψη ορισμένων φαρμάκων όπως είναι η κορτιζόνη, οι υψηλές δόσεις θυροξίνης, η λήψη αντιπηκτικών, αντιεπιληπτικών και αντιόξινων φαρμάκων· τέλος δε η μακρόχρονη λήψη αντικαταθλιπτικών φαρμάκων της ομάδας των επιλεκτικών αναστολέων της σεροτονίνης. Γυναίκες που αναφέρουν το A ή B και γυναίκες που λαμβάνουν τα φάρμακα που αναφέραμε, πρέπει να εξετάζονται και μάλλον να αρχίζουν θεραπεία. Eιδικά θεραπεία απαιτείται στα άτομα που παίρνουν κορτιζόνη για περισσότερους από 3 μήνες, ανεξάρτητα της δόσης του φαρμάκου.
    H χορήγηση 1000 mg ασβεστίου καθημερινά δεν φαίνεται να μειώνει την αρτηριακή πίεση σε υπερτασικές μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Tα αποτελέσματα πρόσφατα δημοσιευμένης μελέτης σε 36.000 γυναίκες, οι οποίες παρακολουθήθηκαν για 7 χρόνια και που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκυρο περιοδικό ‘Hypertension’ δείχνει την αμφισβήτηση της καρδιοπροστατευτικής δράσης του ασβεστίου στις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. H χορήγηση βιταμίνης D δεν φαίνεται επίσης να βοηθά στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Aνεξάρτητα, πάντως, προς τα ευρήματα αυτά, η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D είναι απαραίτητη στην πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης.
    Oι γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία οιστρογονικής υποκατάστασης, και ανεξάρτητα του χρόνου που παίρνουν τα οιστρογόνα, πρέπει να γνωρίζουν ότι αμέσως μετά τη διακοπή των ορμονών πρέπει να προστατεύονται από την ταχεία οστική απώλεια για δύο τουλάχιστον χρόνια με χορήγηση μη ορμονικών αντιοστεοπορωτικών φαρμάκων, συνήθως διφωσφονικών. O κανόνας αυτός ισχύει για όλες αυτές τις γυναίκες, ανεξάρτητα αν πάσχουν από οστεοπόρωση.
    H καλή διατροφή με γαλακτοκομικά προϊόντα, βιταμίνες κ.λπ., όπως και η συστηματική άσκηση, συνήθως δεν είναι αρκετά να αναστρέψουν την οστική απώλεια ή να θεραπεύσουν το νόσημα. Aυτό, φυσικά, δεν υπονοεί ότι οι γυναίκες αυτές δεν πρέπει να ασκούνται ή να τρέφονται σωστά. H χορήγηση φαρμάκων από τον θεράποντα ιατρό γίνεται κυρίως με κριτήριο τις ιδιαιτερότητες του κάθε ασθενούς και σε σχέση με την αποτελεσματικότητα κάθε φαρμάκου.




    Φαρμακευτική αγωγή
    Τα διφωσφονικά είναι τα κυριότερα φάρμακα για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Αποτελούν θεραπεία πρώτης γραμμής για τη διαγνωσμένη οστεοπόρωση, σε γυναίκες. Τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα είναι το sodium alendronate,, το ridedronate και το ibandronat,. Επειδή απορροφούνται σχετικά δύσκολα, τα από του στόματος διφωσφονικά να λαμβάνονται με άδειο στομάχι, χωρίς να ακολουθεί φαγητό ή ποτό για τα επόμενα 30 λεπτά.
    Πρόσφατα, το teriparatide, ανασυνδυασμένη παραθορμόνη φάνηκε να είναι αποτελεσματικό στη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Δρα ενεργοποιώντας τους οστεοβλάστες, που παράγουν οστίτη ιστό. Χρησιμοποιείται όταν τα διφωσφονικά αποδειχθούν αναποτελεσματικά ή αντενδείκνυνται. Δεν πρέπει όμως να χορηγείται σε ασθενείς που έχουν υποστεί ακτινοθεραπεία, μικρής ηλικίας ή με νόσο Paget.
    Το strondium ranelate φαίνεται ότι διεγείρει τον πολλαπλασιασμό των οστεοβλαστών, αναστέλλοντας τον αντίστοιχο των οστεοκλαστών. Δεν προκαλεί προβλήματα στο ανώτερο πεπτικό σύστημα, σε αντίθεση με τα διφωσφονικά.
    Η αναπλήρωση οιστρογόνων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες θεωρείται καλή θεραπεία για την πρόληψη της οστεοπόρωσης, αλλά συνοδεύεται από πλήθος παρενεργειών. Οι επιλεκτικοί ρυθμιστές οιστρογονικών υποδοχέων (SERMs, Selective estrogen receptor modulator), όπως το raloxifene, δρουν στο οστό καθυστερώντας την αποδόμησή του από τους οστεοκλάστες, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από κλινικές μελέτες.
    Το συμπλήρωμα ασβεστίου αρκεί;
    Πολλοί βασίζονται μόνο σε έξτρα ποσότητες ασβεστίου και βιταμίνης D, όταν προσπαθούν να θεραπεύσουν ή/ και να προλάβουν την οστεοπενία (πρώιμο στάδιο απώλειας οστίτη ιστού) ή την οστεοπόρωση. Όταν αποδειχθεί όμως ανεπιτυχής αυτή η στρατηγική, στρέφονται σε γενικές γραμμές στα φάρμακα (π.χ. διφωσφονικά), που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για να σταματούν την πρόοδο της νόσου.
    Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτών των θεραπειών είναι ακόμα ασαφείς, από τη στιγμή που η αυξημένη οστική μάζα δεν συνεπάγεται και αυξημένη οστική αντοχή. Αντίθετα, επειδή ακριβώς η οστεοπόρωση αποτελεί νόσο που αφορά τον τρόπο ζωής μας, πρέπει πάνω από όλα να εξεταστούν οι παράγοντες εκείνοι που διαιωνίζουν την απώλεια του οστού.
    Η καθιστική ζωή, η κακή διατροφή (κυρίως η υπερκατανάλωση αλατιού, ζωικής πρωτεΐνης και αλκοόλ), η ανεπαρκής ή ελάχιστη πρόσληψη γαλακτοκομικών προϊόντων (ασβεστίου, φωσφόρου και βιταμίνης D κυρίως) και η ανεπαρκής έκθεση του δέρματος στον ήλιο (ώστε να παράγει το σώμα μας προβιταμίνη D) είναι κάποιοι από τους παράγοντες που συντελούν στην εμφάνιση ή την επιδείνωση οστεοπενίας/ οστεοπόρωσης.
    Γίνεται δηλαδή αντιληπτό, ότι ένα συμπλήρωμα ασβεστίου – βιταμίνης D δεν μπορεί να διορθώσει καθένα από τα προβλήματα αυτά. Είναι επιτακτική ανάγκη να λαμβάνεται ένα ακριβές και αναλυτικό ιστορικό, ώστε να εντοπίζονται τα όποια προβλήματα αλλά και να οριοθετείται η παρέμβαση που χρειάζεται ο κάθε ασθενής.





    Αντίσταση
    Χωρίς όμως την υιοθέτηση ασκήσεων αντίστασης, καμιά στρατηγική για τη θεραπεία ή την πρόληψη της οστεοπόρωσης μπορεί να είναι ολοκληρωμένη. Το τρέξιμο, το ανέβασμα σκάλας, η άρση βαρών (ήπιας έντασης) και σε κάποιο βαθμό το βάδισμα, βοηθούν αρκετά στη διατήρηση της οστικής πυκνότητας, σε αντίθεση με το κολύμπι, που είναι λιγότερο ευεργετικό για την οστεοπόρωση.
    Στα πλεονεκτήματα της άσκησης συμπεριλαμβάνεται βελτίωση στην ισορροπία και στο βάδισμα, αλλά και σημαντική μείωση του κινδύνου των πτώσεων.




    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου